Εθνικό σχέδιο για απαλλαγή από το ευρωμάρκο

Του Νίκου Ιγγλέση

Το δίλημμα, παραμονή στο ευρώ ή επιστροφή στη δραχμή, τέθηκε από την  πρώτη στιγμή που διαπιστώθηκε (Απρίλιος 2010) η ουσιαστική χρεοκοπία της Ελλάδος μέσα στο πλαίσιο της Ευρωζώνης. Οι δύο Δανειακές Συμβάσεις με τα συνημμένα Μνημόνια, που ακολούθησαν, αποσκοπούσαν στην αποφυγή της τυπικής χρεοκοπίας που θα είχε ανυπολόγιστες συνέπειες για το Ευρωσύστημα, τις μεγάλες τράπεζές του (ήταν φορτωμένες με ελληνικά ομόλογα), το Γερμανικό Imperium και τις διεθνείς χρηματαγορές.

Τριάμισι χρόνια από τότε που άρχισαν να εφαρμόζονται, στο ελληνικό πειραματόζωο, οι πολιτικές των Μνημονίων η οικονομία  έχει καταρρεύσει και καθημερινά αποσαθρώνεται ό,τι έχει απομείνει από την παραγωγική  βάση της χώρας. Η ανεργία έχει πάρει εφιαλτικές διαστάσεις, ένα συνεχώς αυξανόμενο τμήμα του πληθυσμού φτωχοποιείται, ενώ η μορφωμένη νεολαία μεταναστεύει σε αναζήτηση εργασίας στο εξωτερικό. Το χρηματοπιστωτικό κεφάλαιο αρπάζει, έναντι πινακίου φακής, τις στρατηγικές υποδομές και το φυσικό πλούτο της χώρας, στερώντας της έτσι τα εργαλεία μιας μελλοντικής αναγέννησης. Ολόκληρη η Ελλάδα και όχι κάποιες περιοχές της, μετατρέπεται σε μια Ειδική Οικονομική Ζώνη (ΕΟΖ). Μια χώρα γίνεται  χώρος (οικονομικό οικόπεδο) για να λειτουργεί ως αποικία της Γερμανικής μητρόπολης και των διεθνών χρηματαγορών.

Μετά τριάμισι χρόνια εφαρμογής των πολιτικών του Μνημονίου μεγάλο τμήμα του ελληνικού λαού βρίσκεται ήδη εκτός ευρώ, αφού δεν έχει ευρώ για να αγοράσει ούτε τα αγαθά για την καθημερινή επιβίωσή του.

Το δίλημμα δεν είναι πια ευρώ ή δραχμή. Το δίλημμα είναι η σωτηρία ή όχι του ελληνικού λαού και του έθνους. Το δίλημμα είναι μια ελεύθερη χώρα ή μια αποικία χρέους.

Σημαντικά ερωτήματα τίθενται πιά επί τάπητος. Γιατί απαιτείται η επιστροφή στη δραχμή; Ποιό είναι σήμερα το πραγματικό οικονομικό πρόβλημα της χώρας; Πώς  θα γίνει η μετάβαση από το ένα νόμισμα στο άλλο; Απαντήσεις σ’ όλα αυτά δίνονται στο βιβλίο «ΕΠΙΣΤΡΟΦΗ ΣΤΗ ΔΡΑΧΜΗ – Η απάντηση στην ευρωκατοχή» που έγραψε ο συντάκτης αυτού του άρθρου και κυκλοφόρησε πρόσφατα από τις εκδόσεις Λιβάνη. Μία μικρή επιτομή των όσων περιλαμβάνονται στο βιβλίο αυτό παρουσιάζεται στη συνέχεια.

Η παγίδα της ρευστότητας

Τριάμισι χρόνια από τότε που άρχισαν να εφαρμόζονται οι πολιτικές των Μνημονίων, η οικονομία της χώρας έχει εγκλωβιστεί σ’ αυτό που ο Κέϊνς έχει αποκαλέσει «παγίδα ρευστότητας».

Κάθε οικονομία, ανεξάρτητα από το επίπεδο ανάπτυξής της, χρειάζεται τα απαραίτητα κεφάλαια για να κινηθεί η παραγωγική μηχανή της και να μπορέσει να αναπτυχθεί. Σήμερα αυτά τα κεφάλαια δεν υπάρχουν, γιατί η ρευστότητα ελέγχεται από την ΕΚΤ (Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα) στην οποία η Ελλάδα έχει παραχωρήσει το κυρίαρχο δικαίωμά της να κόβει και να εκδίδει νόμισμα. Η ΕΚΤ ακολουθεί περιοριστική νομισματική πολιτική κάτω από την επιρροή της Γερμανίας. Η τελευταία  επωφελείται από τα κεφάλαια που εισρέουν στην οικονομία της από όλες τις άλλες χώρες της Ευρωζώνης ενώ ταυτόχρονα επιτυγχάνει τεράστια εμπορικά πλεονάσματα.

Παράλληλα οι εγχώριες τράπεζες, παρά τα 50 περίπου δις. ευρώ που έλαβαν (τα 40 δις έχουν χρησιμοποιηθεί προσώρας) και τα οποία προστέθηκαν στο Δημόσιο Χρέος της χώρας δεν μπορούν να προσφέρουν νέα δάνεια στην ελληνική οικονομία. Οι τράπεζες είναι ουσιαστικά χρεοκοπημένες από τις απώλειες του κουρέματος των ομολόγων του Δημοσίου (PSI+) και την αλματώδη αύξηση των μη εξυπηρετούμενων δανείων (κόκκινα δάνεια) που είχαν χορηγήσει την προηγούμενη περίοδο, μέχρι το 2009, σε επιχειρήσεις και νοικοκυριά.

Αν στη μείωση της ρευστότητας που παρέχουν οι τράπεζες προστεθούν οι περικοπές του Προγράμματος Δημοσίων Επιχειρήσεων, η μή καταβολή των επιστροφών του κράτους, οι μειώσεις στα εισοδήματα μισθωτών και συνταξιούχων, οι απώλειες στα κέρδη επιχειρήσεων και ελεύθερων επαγγελματιών, καθώς και η αφαίμαξη από τη φορολογική επιδρομή, γίνεται φανερό ότι η ελληνική οικονομία βιώνει ένα «σόκ ρευστότητας» που αν δεν αντιστραφεί άμεσα θα την οδηγήσει όχι στην εντατική αλλά κατ ευθείαν στο νεκροτομείο.  

Η Νέα Δραχμή

Η εισαγωγή του εθνικού νομίσματος, της Νέας Δραχμής, αποσκοπεί στην απαραίτητη αύξηση της ρευστότητας στην οικονομία και στη χρηματοδότηση, όχι με δανεικά ευρώ, των παραγωγικών, και μόνο, επενδύσεων. Αυτό θα γίνει με την εθνικοποίηση της Τράπεζας της Ελλάδος, στη οποία θα δοθεί το εκδοτικό προνόμιο, δηλαδή το δικαίωμα να κόβει και να κυκλοφορεί χαρτονόμισμα, τη Νέα Δραχμή, όπως ίσχυε πριν την εισαγωγή του ευρώ.

Σε συνθήκες ύφεσης ή ασθενούς ανάπτυξης, η αύξηση της νομισματικής κυκλοφορίας, εφ’ όσον αυτή κατευθύνεται μόνο στις επενδύσεις και όχι στην κατανάλωση, δε θα δημιουργήσει πληθωρισμό. Με τη Νέα Δραχμή θα μπορούν να χρηματοδοτούνται οι παραγωγικές επενδύσεις στον αγροτικό, βιοτεχνικό και βιομηχανικό τομέα. Με τις επενδύσεις αυτές θα αρχίσει να μειώνεται η τεράστια ανεργία και προοδευτικά θα αυξάνονται οι μισθοί των εργαζομένων.

Η ισοτιμία

Η προπαγάνδα που εκπέμπουν οι διάφορες συνιστώσες του ευρύτερου κόμματος του Μνημονίου, υπό την υψηλή καθοδήγηση της Τριαρχίας (Τρόϊκας) θέλει την εισαγωγή της δραχμής να ακολουθείται από μεγάλη υποτίμηση και σημαντικές πληθωριστικές πιέσεις. Αυτό θα συμβεί μόνο αν η έξοδος από το ευρώ γίνει σε συνθήκες ανεξέλεγκτης χρεοκοπίας που θα έχουν δημιουργήσει οι αδιέξοδες πολιτικές του ευρωμονόδρομου. Η επιστροφή στο εθνικό νόμισμα πρέπει να είναι εθνική επιλογή και να γίνει με βάση ένα καλά μελετημένο, σ όλες τις λεπτομέρειές του, σχέδιο, που θα εφαρμοστεί με αποφασιστικότητα από μια Ελληνική Πατριωτική Κυβέρνηση.

Η εισαγωγή της Νέας Δραχμής πρέπει να γίνει με ισοτιμία ένα προς ένα, δηλαδή μια Νέα Δραχμή προς ένα ευρώ. Η ισοτιμία αυτή θα διατηρηθεί αμετάβλητη καθ’ όλη τη μεταβατική περίοδο σταθεροποίησης της οικονομίας (από 3 μέχρι 5 χρόνια) χωρίς αυτό να σημαίνει ότι στη συνέχεια θα υπάρξει υποτίμηση της Νέας Δραχμής.

Πολλοί από τους επαϊοντες και ανάμεσά τους αρκετοί οπαδοί της επιστροφής στο εθνικό νόμισμα υποστηρίζουν ότι, ακόμη και αν η εισαγωγή της δραχμής γίνει με ισοτιμία ένα προς ένα σε σχέση με το ευρώ, αυτή στη συνέχεια θα πρέπει να υποτιμηθεί κατά περίπου 50-60% προκειμένου ν’ αυξηθεί η ανταγωνιστικότητα της οικονομίας μέσω της μείωσης της αμοιβής της εργασίας.

Η άποψη αυτή είναι τελείως λανθασμένη και καταστροφική για τους ακόλουθους λόγους:

Πρώτον: με την εσωτερική υποτίμηση που εφαρμόζεται εδώ και περίπου τριάμισι χρόνια η αμοιβή της εργασίας έχει υποχωρήσει κατά 30 – 40% και μια υποτίμηση του εθνικού νομίσματος κατά 50 – 60% θα οδηγούσε σε μια συνολική μείωση των εισοδημάτων κατά ένα ποσοστό που θα πλησίαζε το 85%. Μια τόσο μεγάλη υποβάθμιση του βιοτικού επιπέδου της συντριπτικής πλειοψηφίας των πολιτών θα δημιουργούσε τεράστια κοινωνική πίεση για αύξηση μισθών και συντάξεων που με τη σειρά της θα προκαλούσε ένα σπιράλ ανεξέλεγκτων πληθωριστικών πιέσεων.

Δεύτερον:  Για να μπορεί μια χώρα να επωφεληθεί από τη μείωση του μισθολογικού κόστους, μέσω υποτίμησης, πρέπει να έχει μια ικανή παραγωγική βάση με επιχειρήσεις εντάσεως εργασίας, κάτι τέτοιο όμως δεν υφίσταται σε αξιόλογη έκταση στην ελληνική οικονομία. Οι επιχειρήσεις αυτές, όσες επιβίωσαν, έχουν μεταναστεύσει είτε στη Βουλγαρία είτε σε χώρες της Άπω Ανατολής.

Τρίτον: Μια υποτίμηση του εθνικού νομίσματος κατά 50-60% θα είχε σοβαρές επιπτώσεις στις εξαγωγές της χώρας, αφού αυτές εξαρτώνται σε μεγάλο βαθμό από εισαγόμενη ενέργεια (πετρέλαιο, φυσικό αέριο), από εισαγόμενες πρώτες ύλες και από εισαγόμενο κεφαλαιουχικό εξοπλισμό (μηχανήματα). Για το λόγο αυτό όποιες υποτιμήσεις έγιναν στο παρελθόν, πριν την εισαγωγή του ευρώ, είχαν μικρά και βραχύβια αποτελέσματα και ύστερα από ένα χρονικό διάστημα απαιτείτο μια νέα υποτίμηση.

Τέταρτον: Η αναγγελία υποτίμησης του εθνικού νομίσματος τρομοκρατεί τους πολίτες, δικαιώνει τις μνημονιακές δυνάμεις του ευρωμονόδρομου και στερεί από τις λαϊκές-πατριωτικές δυνάμεις την πιθανότητα ιδεολογικής και πολιτικής κυριαρχίας.

Η Ελλάδα δεν χρειάζεται υποτίμηση της Νέας Δραχμής προκειμένου οι μισθοί να φτάσουν στα επίπεδα της Βουλγαρίας ή και πιο κάτω, χρειάζεται επενδύσεις για να αναπτυχθεί ως αγροτο-βιομηχανική χώρα.

Καταθέσεις

Προκειμένου να μην υπάρχει καμιά ανησυχία στους πολίτες για υποτίμηση της Νέας Δραχμής, όλες οι καταθέσεις, ιδιωτών και επιχειρήσεων θα παραμείνουν σε ευρώ και θα αποτελούν καταθέσεις σε συνάλλαγμα.

Οι συναλλαγές στο εσωτερικό της χώρας, μετά από μια μικρή μεταβατική περίοδο, μέχρι δηλαδή να κυκλοφορήσουν τα νέα χαρτονομίσματα, θα γίνονται μόνο σε Νέες Δραχμές. Η πληρωμή μισθών και συντάξεων, η αγορά αγαθών και υπηρεσιών, η αποπληρωμή των δανείων και οι αγοραπωλησίες ακινήτων θα γίνονται μόνο σε Νέες Δραχμές στην ισοτιμία ένα προς ένα (π.χ. μισθός 1.000 € γίνεται 1.000 Νέων Δραχμών, δάνειο 100.000 € γίνεται 100.000 Νέων Δραχμών κλπ.)

Όλα τα παραπάνω αποτελούν βασικά σημεία ενός εθνικού σχεδίου για την απαλλαγή της Ελλάδας από τη μέγκενη του ευρω-μάρκου και την αποκατάσταση της εθνικής ανεξαρτησίας. Ενός εθνικού σχεδίου για τη σωτηρία του λαού και του έθνους. (βλέπε αναλυτικά στο βιβλίο «ΕΠΙΣΤΡΟΦΗ ΣΤΗ ΔΡΑΧΜΗ» του Νίκου Ιγγλέση από τις εκδόσεις Λιβάνη).

            Το κείμενο αυτό δημοσιεύτηκε στο περιοδικό «Επίκαιρα» στις 12.12.2013

 

 

Advertisements